Φροντίζουμε για τη ζωή από τους πρώτους μήνες της κύησης

Η μαγνητική τομογραφία εμβρύου συνιστάται ως μέθοδος προγεννητικού ελέγχου και συγκεκριμένα ως   συμπληρωματική μέθοδος της  υπερηχογραφικής απεικόνισης προκειμένου να γίνει αναλυτικός, στοχευμένος ανατομικός έλεγχος των αναπτυσσόμενων δομών του εμβρύου.

Μία από τις συνηθέστερες ενδείξεις αποτελεί η απεικόνιση του κεντρικού νευρικού συστήματος του εμβρύου. Η μαγνητική τομογραφία παρέχει αναλυτική απεικόνιση των εξελισσόμενων δομών του εγκεφάλου του εμβρύου, της σπονδυλικής στήλης και του νωτιαίου μυελού. Βοηθάει  στη διερεύνηση ανατομικών ανωμαλιών του σπλαχνικού κρανίου (σχιστίες) , των οφθαλμικών κόγχων καθώς και της διαμόρφωσης του κρανίου (συγγενείς μορφές κρανιοσυνοστέωσης).

Η μαγνητική τομογραφία εμβρύου βρίσκει εφαρμογή στη διερεύνηση ανατομικών ανωμαλιών του θώρακα και των πνευμόνων. Ανιχνεύει και θέτει τη διάγνωση σε ανωμαλίες διάπλασης του πνεύμονα (κυστική αδενωματώδης δυσπλασία, συγγενές λοβώδες εμφύσημα, πνευμονικό απόλυμα) καθώς  και στις ανωμαλίες διάπλασης του διαφράγματος ( συγγενής διαφραγματοκήλη) συμβάλλοντας στην πρώιμη συμβουλευτική και προετοιμασία της κατάλληλης υποδοχής του εμβρύου.

Κατ’ αντιστοιχία η μαγνητική τομογραφία συμβάλλει στη λεπτομερή απεικόνιση των ενδοκοιλιακών οργάνων και συγκεκριμένα στη διερεύνηση της παθολογίας τόσο των συμπαγών οργάνων (όπως το ήπαρ και οι νεφροί) όσο και του εντερικού σωλήνα.

Παρά το γεγονός ότι το υπερηχογράφημα παραμένει η βασική μέθοδος παρακολούθησης της κύησης , οι τεχνικοί περιορισμοί της μεθόδου έδωσαν σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης της μαγνητικής εμβρύου.

Σε αντιδιαστολή με τον υπερηχογραφικό έλεγχο, η απεικόνιση  με μαγνητική τομογραφία δεν περιορίζεται  και δεν επηρεάζεται από την προβολή του εμβρύου ή τη σωματοδoμή της μητέρας. Χάρη στην αυξημένη διακριτική ικανότητα της μεθόδου είναι δυνατός ο διαχωρισμός μεταξύ μικροσκοπικών ανατομικών δομών του αναπτυσσόμενου εμβρύου καθώς και τη διερεύνηση της παθολογίας τους.
Η μαγνητική τομογραφία εμβρύου αποτελεί μη επεμβατική μέθοδο, η οποία δεν χρησιμοποιεί ιονίζουσα ακτινοβολία και δε θέτει σε κίνδυνο τη μητέρα ή το έμβρυο.
Μοναδικός περιορισμός αποτελεί η ηλικία κύησης αφού σύμφωνα με τη διεθνή βιβλιογραφία δεν έχει διαπιστωθεί η ασφάλεια έκθεσης των εμβρύων σε μαγνητικό πεδίο πριν την 20η εβδομάδα κύησης.
Οι πιο συνήθεις ενδείξεις για παραπομπή σε MRI είναι κυρίως νευρολογικοί. Η MRI ενδείκνυται επίσης :

  • Όταν υπάρχουν υποψίες για ενδοθωρακικούς όγκους/συγγενείς παθήσεις των πνευμόνων
  • Διερεύνηση ενδοκοιλιακών ή τραχηλικών χωροκατακτητικών εξεργασιών
  • Ανωμαλίες στο ουροποιητικό σύστημα.
  • Ανωμαλίες της διάπλασης της σπονδυλικής στήλης και του λοιπού αναπτυσσόμενου σκελετού .

ΠΡΟΓΕΝΝΗΤΙΚΗ ΣΥΜΒΟΥΛΕΥΤΙΚΗ

Ο ρόλος της MRI είναι σημαντικός στην πρόγνωση και διαχείριση της εξέλιξης μιας εγκυμοσύνης. Τα συμπληρωματικά/πρόσθετα ευρήματά της είναι καταλυτικά ώστε οι γονείς και οι θεράποντες ιατροί να κατανοήσουν τη σοβαρότητα της ανωμαλίας/διαφοροποίησης του εμβρύου και να προετοιμάσουν το έδαφος για την όσο το δυνατό ασφαλέστερη υποδοχή του νεογνού και την εξέλιξη στην μετέπειτα ζωή του.